- ὀγδοατικός
- ὀγδοατικός, den achten betreffend
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ογδοατικός — ὀγδοατικός, ή, όν (Μ) (εσφ. ανάγν.) βλ. ὀγδοαδικός … Dictionary of Greek
ὀγδοατικήν — ὀγδοατικός of the Ogdoad fem acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)